Αναιμία

Αναιμία

Με τον όρο αναιμία εννοούμε την πάθηση κατά την οποία τα ερυθρά αιμοσφαίρια (ερυθροκύτταρα) είναι πολύ λιγότερα από το φυσιολογικό όριο ή δεν επιτελούν σωστά τη λειτουργία τους. Η αναιμία δεν θεωρείται ασθένεια αλλά παθολογική κατάσταση, η οποία ανιχνεύεται κατά τον εργαστηριακό έλεγχο.

 

Με ποια συμπτώματα εκδηλώνεται η αναιμία;

 

Τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με τον τύπο της αναιμίας και το πόσο ήπια είναι η περίπτωση. Όσο πιο σοβαρή είναι η αναιμία τόσο εντονότερα είναι τα συμπτώματα. Το κύριο χαρακτηριστικό όσον πάσχουν από αναιμία είναι η ωχρότητα στο δέρμα και τους επιπεφυκότες, χωρίς αυτό να σημαίνει απόλυτα πως όλοι όσοι εμφανίζουν αυτά τα χαρακτηριστικά πάσχουν.

 

Τα παρακάτω συμπτώματα είναι κοινά για όλους τους τύπους της αναιμίας:

  • έντονη κεφαλαλγία
  • ζάλη
  • εμβοές
  • αδυναμία
  • ανεξήγητη κόπωση
  • ταχυκαρδίες
  • δύσπνοια
  • τάσεις λιποθυμίας
  • αϋπνία
  • μειωμένη ερωτική επιθυμία
  • νευρικότητα
  • δυσκολία συγκέντρωσης

 

Επιπλέον συμπτώματα που είναι δυνατό να προκύψουν:

 

  • ίκτερος
  • νευρολογικές διαταραχές
  • γαστρεντερικές διαταραχές
  • άλγος στην περιοχή της κοιλιάς
  • άλγος στα οστά
  • διαταραχές στην ανάπτυξη
  • υπέρχρωση ούρων
  • δυσκαμψία
  • δυσκοιλιότητα
  • τριχόπτωση
  • εύθραυστα νύχια

 

Ποιες επιπλοκές στην υγεία μπορεί να προκαλέσει η αναιμία;

 

Όσοι πάσχουν από  αναιμία σοβαρότερου βαθμού είναι δυνατό να εκδηλώσουν τις ακόλουθες παθήσεις:

 

  • νεφρική ανεπάρκεια
  • ενδοκρινολογικές βλάβες
  • πνευμονική υπέρταση
  • ηπατική ίνωση
  • καρδιαγγειακές παθήσεις

 

Πώς μπορεί να διαγνωστεί η αναιμία;

 

Με βάση τα συμπτώματα θα απευθυνθείτε σε έναν παθολόγο, ο οποίος θα σας ζητήσει να κάνετε τις παρακάτω εξετάσεις:

  • γενική και βιοχημική εξέταση αίματος
  • γενική εξέταση ούρων
  • ακτινολογικές εξετάσεις
  • σπινθηρογράφημα
  • εξέταση μυελού των οστών (σπάνια)

 

Αφού ο παθολόγος, αξιολογήσει τα αποτελέσματα θα σας παραπέμψει σε κάποιον αιματολόγο ανάλογα με τον τύπο της αναιμίας που διέγνωσε.

 

Σε ποιους τύπους χωρίζεται η αναιμία;

 

Η αναιμία διακρίνεται σε σιδηροπενική, μεσογειακή, μεγαλοβλαστική, δρεπανοκυτταρική και χρόνιων νόσων. Οι συχνότερα εμφανιζόμενοι τύποι είναι η σιδηροπενική και η μεσογειακή αναιμία.

 

Σιδηροπενική αναιμία: Είναι η συχνότερα εμφανιζόμενη μορφή αναιμίας παγκοσμίως και προκύπτει λόγω έλλειψης σιδήρου. Προκειμένου να ρυθμιστεί ο σίδηρος και να φτάσει σε φυσιολογικά επίπεδα θα πρέπει να γίνουν αλλαγές στη διατροφή και να δοθεί έμφαση σε τροφές πλούσιες σε σίδηρο π.χ. μοσχάρι, σπανάκι, φακές και να χορηγηθεί αγωγή υποκατάστασης (σκευάσματα σιδήρου).

Ο θεράπων ιατρός θα αναζητήσει και τη βαθύτερη αιτία που ευθύνεται για την έλλειψη σιδήρου. Η έλλειψη σιδήρου μπορεί να είναι αποτέλεσμα κακής διατροφής ή εξαντλητικής δίαιτας λόγω πρόσληψης τροφών φτωχών σε σίδηρο. Τα παιδιά χρειάζονται μεγάλη ποσότητα σιδήρου ώστε να αναπτυχθούν ομαλά. Έλλειψη σιδήρου παρατηρείται στις γυναίκες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή του θηλασμού.

Η έλλειψη σιδήρου θα μπορούσε όμως να οφείλεται σε σοβαρότερα αίτια που έγκεινται σε προβλήματα του πεπτικού συστήματος όπως έλκος, πολύποδες ή ακόμα και καρκίνο.

 

Μεγαλοβλαστική αναιμία: Η μεγαλοβλαστική αναιμία προκύπτει από έλλειψη βιταμίνης Β12 την οποία λαμβάνουμε από θαλασσινά και κρεατικά (μύδια, γαρίδες, κοτόπουλο, μοσχάρι) και λόγω έλλειψης φυλλικού οξέος το οποίο λαμβάνουμε από πράσινα λαχανικά (μπρόκολο, σπανάκι, αβοκάντο). Συνήθως η θεραπεία για αυτό το είδος αναιμίας επιτυγχάνεται με ενέσεις Β12.

 

Αναιμία χρόνιων νόσων: Προκύπτει από δυσκολία του οργανισμού να δημιουργήσει νέο αίμα. Η συγκεκριμένη μορφή αφορά ανθρώπους που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες όπως  αυτοάνοσα νοσήματα, παθήσεις των νεφρών, σακχαρώδη διαβήτη, διάφορες μορφές καρκίνου κτλ.

 

Μεσογειακή αναιμία: Η μεσογειακή αναιμία αφορά τους ανθρώπους που ζουν στην περιοχή της μεσογείου. Είναι κληρονομική και προκύπτει λόγω μετάλλαξης συγκεκριμένου γονιδίου (HBB) με αποτέλεσμα τη μειωμένη σύνθεση της αιμοσφαιρίνης. Όσοι διαγνωστούν με μεσογειακή αναιμία πρέπει να αρχίσουν άμεσα φαρμακευτική αγωγή και να κάνουν συχνά μεταγγίσεις αίματος.

 

Δρεπανοκυτταρική αναιμία: Η δρεπανοκυτταρική αναιμία είναι επίσης κληρονομική. Τα άτομα που πάσχουν από αυτή τη μορφή αναιμίας παρουσιάζουν αλλοιώσεις στο σχήμα των ερυθρών αιμοσφαιρίων και κατ’ επέκταση στην ποιότητα της παραγόμενης αιμοσφαιρίνης. Δυστυχώς δεν υπάρχει κάποια θεραπεία για  τη δρεπανοκυτταρική αναιμία. Όσοι πάσχουν από αυτή τη μορφή είναι περισσότερο επιρρεπείς σε λοιμώξεις. Τα φάρμακα που δίνονται είναι για να καταπραϋνθούν τα συμπτώματα που προκαλεί.

 

Αναιμία και κληρονομικότητα

 

Η μεσογειακή και η δρεπανοκυτταρική αναιμία κληρονομούνται από τους γονείς στα παιδιά. Όταν και οι δύο γονείς είναι φορείς είτε της μεσογειακής, είτε της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας (φέρουν δηλαδή το γονίδιο) τότε υπάρχει πιθανότητα σε ποσοστό 25% , αυτή να μεταβιβαστεί στο παιδί που θα γεννηθεί, με αποτέλεσμα να εκδηλώσει τα συμπτώματα της “νόσου”. Στην περίπτωση που κάποιος κληρονομήσει το γονίδιο από τον ένα γονιό τότε λέμε ότι έχει το στίγμα (της μεσογειακής ή της δρεπανοκυτταρικής) και δεν θα παρουσιάσει συμπτώματα. Τις τελευταίες δεκαετίες δεν γεννιούνται πλέον παιδιά με μεσογειακή ή δρεπανοκυτταρική αναιμία χάρη στον προγεννητικό έλεγχο, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε εάν το παιδί που θα γεννηθεί θα “νοσεί”. Σπάνια πλέον γεννιούνται παιδιά που να πάσχουν από αυτές τις μορφές αναιμίας. Αυτό συμβαίνει μόνο στις περιπτώσεις που οι γονείς έχουν το στίγμα αλλά δεν επαρκώς ενημερωμένοι ή δεν έχουν προβεί σε προγεννητικό έλεγχο.

2018-06-20T12:57:50+00:00